Γράφει ο Νίκος Σπανός
Ναύαρχος Λ.Σ.–ΕΛ.ΑΚΤ. (ε.α.)
Δικαστικός Πραγματογνώμονας Ναυτικών Ατυχημάτων – Διεθνής Πραγματογνώμονας Ναυτιλίας
Πρώην Διευθυντής Λιμένων, Λιμενικής Πολιτικής & Λιμενικής Αστυνομίας
Η υπόθεση της εξαφάνισης του επιβαίνοντος στο ιστιοφόρο «THEOREME», κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του από τις Συρακούσες προς την Πύλο, δημιουργεί εύλογα ερωτήματα που δεν περιορίζονται μόνο στις συνθήκες της πτώσης του στη θάλασσα. Αφορούν και όσα συνέβησαν μετά το περιστατικό, μέχρι το σκάφος να καταλήξει στην περιοχή του προορισμού του.
Και εδώ βρίσκεται ένα σημείο που, κατά την άποψή μου, χρειάζεται ιδιαίτερα προσεκτική διερεύνηση.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι απλώς πού βρέθηκε το σκάφος, αλλά πώς έφθασε εκεί.
Εάν ένα ιστιοφόρο έχει πράγματι καταστεί ακυβέρνητο, χωρίς ουσιαστικό χειρισμό της πορείας του, τότε η μετακίνησή του καθορίζεται σε σημαντικό βαθμό από τον άνεμο, τα θαλάσσια ρεύματα, τον κυματισμό και τη γενικότερη κατάσταση της θάλασσας. Η πραγματική τροχιά του, συνεπώς, μπορεί και πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με αυτούς τους παράγοντες.
Όταν όμως ένα σκάφος που είχε συγκεκριμένο προορισμό την Πύλο εντοπίζεται τελικά στην ευρύτερη περιοχή της Πύλου, γεννάται ένα απολύτως εύλογο επιχειρησιακό ερώτημα:
Πόσο πιθανό είναι αυτή η πορεία να ήταν αποτέλεσμα αποκλειστικά και μόνο της τύχης, των ανέμων και των θαλάσσιων ρευμάτων;
Και εάν αποδειχθεί από τα αντικειμενικά στοιχεία ότι η πορεία του σκάφους παρέμεινε συμβατή με την πορεία προς τον αρχικό του προορισμό, τότε προκύπτει ένα δεύτερο, ακόμη σοβαρότερο ερώτημα:
Ήταν πράγματι ακυβέρνητο και έρμαιο των συνθηκών ή υπήρχε, σε κάποιο βαθμό, ενεργός έλεγχος της ναυσιπλοΐας του;
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία εάν εξεταστεί η δυνατότητα του προσώπου που παρέμεινε στο σκάφος να το κυβερνήσει. Διότι ένα θαλασσινό ταξίδι δεν προϋποθέτει απλώς την παρουσία κάποιου στο πηδάλιο. Προϋποθέτει γνώση ή τουλάχιστον λειτουργική εξοικείωση με πηδαλιουχία, πορεία, ηλεκτρονικά βοηθήματα ναυσιπλοΐας, GPS/chartplotter, ενδείξεις θέσης και βασικές διαδικασίες ασφαλούς πλου.
Επομένως, εάν υποστηρίζεται ότι το πρόσωπο που παρέμεινε επί του σκάφους δεν διέθετε τις αναγκαίες γνώσεις χειρισμού και ναυσιπλοΐας, τότε πρέπει να απαντηθεί πειστικά ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα:
Πώς ένα σκάφος χωρίς ικανό χειριστή συνέχισε την πορεία του και τελικά έφθασε στην περιοχή του προορισμού του;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με υποθέσεις. Μπορεί όμως να αναζητηθεί τεχνικά.
Χρειάζεται να ανασυσταθεί η πραγματική πορεία του «THEOREME» από τη στιγμή του συμβάντος μέχρι τον εντοπισμό του και να αντιπαραβληθεί με ανέμους, ένταση και διεύθυνση ρευμάτων, κυματισμό, χρόνο που μεσολάβησε, ταχύτητα και κατεύθυνση μετατόπισης του σκάφους. Παράλληλα, πρέπει να εξεταστούν, όπου υπάρχουν και είναι νόμιμα διαθέσιμα, τα ηλεκτρονικά δεδομένα ναυσιπλοΐας και η κατάσταση των συστημάτων του σκάφους.
Από μια τέτοια τεχνική ανασύνθεση μπορεί να προκύψει εάν η τελική θέση του είναι συμβατή με φυσική ανεξέλεγκτη παρασυρτική κίνηση (drift) ή εάν εμφανίζονται χαρακτηριστικά που παραπέμπουν σε διατήρηση ή διόρθωση πορείας.
Υπάρχει, τέλος, και ένα ακόμη κρίσιμο σκέλος: ο χρόνος. Πότε ακριβώς συνέβη η πτώση στη θάλασσα; Τι ενέργειες έγιναν αμέσως μετά; Πότε ζητήθηκε εξωτερική βοήθεια; Και πώς κινήθηκε το σκάφος στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε;
Στη διερεύνηση ενός περιστατικού ανθρώπου στη θάλασσα, τίποτε από αυτά δεν είναι δευτερεύον.
Η θάλασσα αφήνει ίχνη διαφορετικά από εκείνα της στεριάς: πορείες, χρόνους, αποστάσεις, ανέμους, ρεύματα και ηλεκτρονικά δεδομένα. Όταν αυτά συνδυαστούν σωστά, μπορούν να δώσουν απαντήσεις.
Και στην περίπτωση του «THEOREME», το ουσιαστικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι σαφές:
Έφθασε το σκάφος στην Πύλο επειδή το οδήγησε εκεί η θάλασσα — ή επειδή κάποιος εξακολουθούσε να το οδηγεί;
